Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Αναμνήσεις γιορτινών παιδικών χρόνων


Ακούγοντας τις μέρες αυτές τις φωνές των παιδιών , που ψάλλουν τα κάλαντα, σκέφτηκα τον εαυτό μου παιδί στους δρόμους του χωριού μου ( Γεμιστή Φερών) πολλά χρόνια πριν. Κατέγραψα λοιπόν τις αναμνήσεις μου και σας τις μεταφέρω κάνοντάς σας κοινωνούς.

Ως γνήσια παιδιά του χωριού αναμενόταν από μας να συμβάλουμε στις εργασίες των γονιών μας. Και αν αυτό ήταν περιορισμένο κατά τη διάρκεια της Σχολικής ζωής, οι «διακοπές» σε μας τα παιδιά δεν είχαν το νόημα του ραχατιού και της ρεμπελιάς του σήμερα. Ωστόσο υπήρχε μια πτυχή των χριστουγεννιάτικων τουλάχιστον διακοπών που ανήκε ανέκαθεν και που διαχρονικά θα ανήκει στα παιδιά. Και αυτή είναι τα Κάλαντα.

Πολλές μέρες πριν δημιουργούσαμε τις παρέες. Ανά δύο άτομα ετοιμάζαμε βέργες κατάλληλες για την αντιμετώπιση του κινδύνου των σκυλιών, που ήταν περισσότερα από τους κατοίκους του χωριού. Κοιμόμαστε στο σπίτι του ενός και λίγο μετά τα μεσάνυχτα αρχίζαμε το τραγούδι. Πηγαίναμε σ’ όλα τα σπίτια .Φτωχά και πλούσια. Συγγενών και μη. Οι φτωχότεροι και μη συγγενείς μάς έδιναν συνήθως φρούτα, που δεν υπήρχαν σ’ όλα τα σπίτια .Ήταν και αυτά είδος πολυτελείας. Οι πλουσιότεροι και οι συγγενείς μας έδιναν από δυο δεκάρες μέχρι μισή και, σπάνια, μια δραχμή. Τα κάλαντα ήταν μια ολόκληρη περιπέτεια. Κίνδυνος από τα σκυλιά. Κίνδυνος από τις πολλές λάσπες. Βουλιάζαμε κάποιες φορές μέχρι το γόνατο. Κι αν είχε και χιόνι ή πάγο τότε τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Αφού, τέλος πάντων, η γύρα έπαιρνε τέλος, γύρω στις 04.00΄το πρωί, ερχόταν η ώρα της καταμέτρησης των εσόδων. Εάν φθάναμε τις 7-8 δραχμές θα ήμασταν ευτυχείς.


Το ίδιο πρωί κατά τις δέκα, αρχίζαμε τα «Χριστούγεννα πρωτούγεννα» . Νέα γύρα στο χωριό. Αυτή τη φορά, εκτός από δεκάρες, μάς έδιναν και τις κουλούρες. Οι επισκέψεις στα σπίτια συνέπιπταν με τη σφαγή και γδάρσιμο των γουρουνιών. Ανά δύο τρεις φίλοι και συγγενείς έσφαζαν το γουρούνι που το ανέθρεφαν όλη τη χρονιά. Οι οικογένειες από τα Χριστούγεννα και μέχρι να τελειώσει θα έτρωγαν κρέας. Ένα μεγάλο μέρος, λόγω έλλειψης ψυγείων, παστώνονταν στα κιούπια( πιθάρια). Το λίπος ήταν αρκετό να δώσει μέχρι και 4-5 δοχεία λίγδας. Άλλο μέρος γινόταν λουκάνικα που κρέμονταν στο χαγιάτι για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Και ακολουθούν τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. «Αρχιμηνιά κι αρχή χρονιά κι άγιος Βασίλης με χιονιά».Το δώρο τώρα είναι ένα κομμάτι κρέας που το τοποθετούμε στη ρόκα των γιαγιάδων μας. Άλλοι δίνουν μπριζόλες κι άλλοι προς απογοήτευσή μας παστό. Όλα καταλήγουν στο μπάρμπα-Μήτσιου για λίγα μισόφραγκα. Ο μικρός μας νους δεν ενδιαφερόταν να μάθει αν τα μεταπουλούσε σ’ άλλους. Πάντως όσα μας έδινε μας τα έπαιρνε πίσω με τα ψώνια που κάναμε απ’ αυτόν. Λίγες καραμέλες, λίγα ξυλοκέρατα και κανένα γλειφιτζούρι εξανέμιζαν το κέρδος μας.
Οι πιο πολλοί από μας δοκιμάζαμε να πολλαπλασιάσουμε τα χρήματα παίζοντας με τις δεκάρες σε τοίχους που είχαν ωραίες επίπεδες πέτρες. Χτυπούσαμε με δεξιοτεχνία τη δεκάρα πάνω στην πέτρα προσπαθώντας να την κατευθύνουμε κοντά σε προηγούμενη που έριξε άλλος . Υπήρχε ένα κομμάτι ξύλου περίπου μια πιθαμή, που αποτελούσε και το μέτρο. Αν έφθανε τη δεκάρα του προηγούμενου γινόταν δική μας. Ίσως αυτό ήταν το προστάδιο της χαρτοπαιξίας, αφού στα καφενεία οι μεγάλοι αυτές τις μέρες έπαιζαν συνέχεια και κάποιοι έχαναν σημαντικά ποσά. Ήταν ένα είδος χαρτοπαικτικής λέσχης.

Οι γιορτές για το χωριό ήταν μια ανάπαυλα από τις δουλειές, τη ρουτίνα του καφενείου για τους άνδρες και του νυχτεριού για τις γυναίκες.

Τρεις μέρες κρατούσαν οι χοροί και γλέντια στην πλατεία. Αν έκανε καλό καιρό, η πλατεία έσφυζε από ζωή. Όλο το χωριό παρόν. Μικροί μεγάλοι αντάμα. Εκεί γύρω στις 11-12 το μεσημέρι στήνονταν η ορχήστρα, που το βράδυ έπαιζε σ’ ένα καφενείο, που μετατρέπονταν σε ταβέρνα, και έπαιζε τραγούδια παραδοσιακά, Θρακιώτικα. Έσερναν το χορό οι άνδρες, ακολουθούσαν οι γυναίκες και παραπίσω τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Εκεί στην πλατεία μάθαιναν το ρυθμό των τραγουδιών και τα βήματα των χορών, χωρίς κάποιος να τους διδάσκει, αλλά παρατηρώντας τους μεγαλύτερους και υπακούοντας ασυνείδητα στο ρυθμό κάθε τραγουδιού, του Ζωναράδικου ή της Μπαϊντούσκας, ή του Αντικρυστού ( Καρσιλαμά). Όταν δεν υπήρχε ορχήστρα έβγαινε ο μπαρμπα-Αδάμ(ς) με τη φλογέρα του και το στραβό καπέλο. Κι όσο έπαιζε τόσο τα πενηντάρικα και τα κατοστάρικα κολλούσαν στο μέτωπο και στη συνέχεια κρέμονταν γύρω από την τραγιάσκα του. Κι αυτό μέχρι να νυχτώσει, ν’ αρχίσει ο κόσμος ν’ αποσύρεται στα σπίτια του. Μόνο οι άντρες συνέχιζαν στα καφενεία να πίνουν και να χορεύουν. Οι έφηβοι , τα παλικαράκια, δοκίμαζαν το κρασί και τη ρετσίνα της ταβέρνας αισθανόμενοι ότι έτσι ανδρώνονταν πλέον.

M’ όλα αυτά ελπίζω να ξύπνησα παλιές θύμισες στους μεγαλύτερους, και στους νεότερους να έδωσα μια γεύση από το παρελθόν, το οποίο, όσο ειδυλλιακό κι αν φαίνεται, δεν είναι αναγκαστικά και καλύτερο.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Το σχολείο μας


Στη  βορειοανατολική πλευρά του χωριού βρίσκονταν το σχολείο μας. Διθέσιο. Δύο μεγάλες αίθουσες, διάδρομος και το γραφείο των δασκάλων. Έμοιαζε τεράστιο και πανύψηλο σε σχέση με τα χαμόσπιτα που μέναμε εμείς. Το δάπεδο ήταν σανιδένιο.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Τα Αλώνια

Είναι συνήθως η έκφραση των αγροτών: « Θα σε πληρώσω στ’ αλώνια». Τ’ αλώνια είναι η χρονική περίοδος της συγκομιδής των καρπών, κυρίως του σιταριού και των φασολιών. Ταυτόχρονα όμως είναι

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Τοπωνύμια περιοχής Γεμιστής


Παρατηρητήριο: Στην κορυφή του η γεωγραφική υπηρεσία Στρατού ,τοποθέτησε τριγωνομετρικό. Έχει μεγάλη

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Η Εκκλησία του χωριού



Ερευνώντας κανείς την ιστορία των χωριών μας , διαπιστώνει ότι οι παππούδες μας, μαζί  με τα λίγα περιουσιακά στοιχεία, που έφεραν μαζί τους , πήραν και την πνευματική τους περιουσία που ήταν τα εικονίσματα των αγίων της Εκκλησίας του χωριού τους. Έτσι έφθασαν στο σημερινό ελλαδικό χώρο μαζί με τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα και τους άγίους των πατέρων μας στο όνομα των οποίων ήταν αφιερωμένοι οι Ναοί των ενοριών.

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Γεμιστή - Δύμη





Καθώς διανύει κανείς το δρόμο Αλεξανδρούπολης –Φερών –Συνόρων, παρατηρεί δεξιά του, μετά τα Λουτρά και κοντά στο Μοναστηράκι, στενόμακρες λουρίδες περιφραγμένες. Δεν είναι χωράφια, ούτε οικόπεδα. Είναι τμήματα της Εγνατίας οδού,

Ευαγγέλιο στα Αρβανίτικα



Στον εσπερινό της Αγάπης διαβάζεται το Ευαγγέλιο σε πολλές γλώσσες , ως έκφραση της οικουμενικότητας.

Πρωτότυπο κείμενο
Πρωτότυπον κείμενον
Τὸ Εὐαγγέλιον 
(Ἰω. κεφ. κ´ 19-25)
19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ 
τῇ μιᾷ σαββάτων, 
καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων 
ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι 
διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, 
ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς 
καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· 
Εἰρήνη ὑμῖν. 

20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας 
καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. 
ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον.
21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· 
Εἰρήνη ὑμῖν. 
καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, 
κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 

22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· 
Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· 
23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, 
ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.

24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Δίδυμος, 
οὐκ ἦν μετ᾿ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 
25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· 
Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. 
ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· 
Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, 
καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, 
καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, 
οὐ μὴ πιστεύσω

 

 

Ευαγγέλιο στα Αρβανίτικα




19.Σι ουγκρούς ατ’ ντιτ΄, κι’ ίς επάρε γιάβ’ς,
δε ίσιν ντέρετ’ τα’ μπούλτουα,
ατιέ κου ίσιν τ’μπιέδουρ μαθηταίητι ,
 γκα φρίκα  ιουδαίενε,
έρδ Ιησούι
δε κιντρότι νε μεστ’ , δε ου θότ’: « πάκε τε γιούβε».

20.Δε σι ιθα κετί, ου ντ’ φτ΄ςου ντουαρτ’ δε μπίριν ετί.
Ουγκουζούαν μαθηταίητι κουρ πάν Ζότιν.


21.Ουθά Ιησούι πραπ’: «Πακε τε γιούβε.Σι κι μ’ κα θ’νε (ντερκούαρ) μπάμπα
δε ούν’ για ουθέμ’ γιούβε.

22.Δε σι θα κ’το φρούρι δε ου θότ’.

« Μέρνι σπίρτιν τ’ σένιτ,.

23.Αττούρε κι ου φέλνι μεκατετ, γιάν’ φάλιουρ,
ατούρε κι ου μπάινι γιάν’ τα’ μπάιτουρα»


24.Πο Θωμάι νι γκα ντουμπ’διέτ’
ντουχέι μπινιάα
 νούκ’ις με ατά, κουρ έρδι Ιησούι .
25Ιθόσιν μαθηταίητε τα’ τιέρτ:
 « Επάμ’ Ζότιν»
Πο Θωμάι ουθά:
 « κουρ μος σοχ νε ντουαρτ’ τιμ έντιν εσκόσταβε
δε τ΄βέ γκίστιν τίμ τε νέντι τ’ γκόσταβε ,
δε τ’ βε ντόριν τίμε τε μπρίνι ετίν
νούκου μπεσόν ( ντο μος μπεσόν)

                    

      (Κατά το ιδίωμα περίπου των Αρβανιτών περιοχής Φερών -Τυχερού. Εψάλη σε Εκκλησίες των Φερών. Συντάχθηκε με τη βοήθεια παλαιοτέρων από τον  Θεολόγο Καψίδη Ναθαναήλ)                 

                    

                    

                    


.
.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Ο Μυλος της Γεμιστής


Ο Μύλος της Γεμιστής

           Νοτιοανατολικά της Γεμιστής υπάρχει μια ευρύτερη περιοχή που είναι γνωστή ως Μύλος. Όταν θέλουμε να προσδιορίσουμε τα χωράφια , λέμε, το χωράφι στο Μύλο. Γιατί αυτό ; Απλούστατα ,εκεί πάνω σ’ ένα λοφίσκο υπήρχε ένας ανεμόμυλος. Από παιδί θυμάμαι να πηγαίνουμε με το Σχολείο εκδρομή σ’ αυτή την περιοχή. Εκεί ο δάσκαλός μας Χαριτάκης Αθανάσιος με τους μαθητές του εμπνεύσθηκε και έκτισε ένα μικρό εκκλησάκι, που προς τιμήν του, το ονομάσαμε Άγιο Αθανάσιο. Έκτοτε ο λόφος προσδιορίζονταν από το εκκλησάκι και για πολλά χρόνια ήταν σημείο συγκέντρωσης σε διάφορες γιορτές, είτε του Πάσχα είτε της Καθαράς Δευτέρας  ή της πρωτομαγιάς.
              Εκεί δίπλα στο Εκκλησάκι υπήρχε ένας ανεμόμυλος . Μέχρι τη δεκαετία του 70 διασώζονταν ένα τμήμα του το οποίο σταδιακά κατεδαφίστηκε  για να χρησιμοποιηθούν τα υλικά του από του ς κατοίκους για άλλες κατασκευές .
Ο μύλος αυτός είχε κτιστεί από τους Τούρκους κατοίκους λίγο πριν το 1922-23 και αγοράστηκε από  τους πρόσφυγες (οικ. Τσαπάνη), που εγκαταστάθηκαν στο χωριό με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 και λειτούργησε για μερικά χρόνια (περίπου μέχρι το 1927) και μετά παραδόθηκε στο Δασαρχείο ,το οποίο και τον πρόσεχε. Με την κατοχή των Γερμανών ατόνησε η προστασία του και άρχισε η σταδιακή αποδόμησή του, η οποία ολοκληρώθηκε την δεκαετία του 1970.
             Ο Μύλος όπως και πολλά σπίτια του χωριού ήταν κατασκευασμένος από μαύρη πέτρα που βρίσκεται στα υψώματα του χωριού. Μέχρι τη δεκαετία 50-60 οι κάτοικοι έσπαζαν  με τις βαριοπούλες πέτρες και τις χρησιμοποιούσαν για το χτίσιμο των σπιτιών τους  μια και η αγορά των τούβλων δεν ήταν εύκολη. Άλλωστε έτσι συμβαίνει πάντα. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν υλικά από τον περιβάλλοντα χώρο. Αυτό δίνει και το ιδιαίτερο χρώμα στην κάθε περιοχή.
                Ο Μύλος λοιπόν ήταν πέτρινος, με ύψος 6 μέτρα ,πλάτος 5 μέτρα και πάχος τοίχου 1,20μ περίπου. Είναι δυστύχημα η κατεδάφισή του. Στερεί το χωριό από ένα στοιχείο που να παραπέμπει στο παρελθόν, να θυμίζει τρόπο ζωής , να δείχνει την εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας, που πολλοί σήμερα υποστηρίζουν ότι μπορεί να συμβάλει στην επάρκεια της  ενέργειας..
               Για το χωριό πέραν αυτού θα ήταν ένας χώρος για τους επισκέπτες, καθώς ευρισκόμενος κοντά στο ποτάμι , παρέχει ωραία θέα και εποπτεία της περιοχής.
Θα μπορούσε Ο Δήμος Φερών μέσα από ειδικά προγράμματα (π.χ. INTERACT) να προχωρήσει στην ανακατασκευή του, όπως έκανε με τους Μύλους της Μελίας, και να τονωθεί έτσι η επισκεψιμότητα του χωριού. Ο επισκέπτης με μια διόπτρα μπορεί εύκολα να παρατηρήσει το ποτάμι καθώς και τα απέναντι χωριά, που είναι οι αλησμόνητες πατρίδες των κατοίκων της γύρω περιοχής.

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Το Αναστάσιμο Φως


Αυτές τις μέρες κάθε χρόνο βλέπουν το φως της δημοσιότητας κείμενα που αμφισβητούν ή εκφράζονται αρνητικά για όσα συμβαίνουν με την αφή του Αγίου φωτός.

Μερικά σχόλια:
Το Φως της Αναστάσεως