Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Τα Αλώνια

Είναι συνήθως η έκφραση των αγροτών: « Θα σε πληρώσω στ’ αλώνια». Τ’ αλώνια είναι η χρονική περίοδος της συγκομιδής των καρπών, κυρίως του σιταριού και των φασολιών. Ταυτόχρονα όμως είναι και ο τόπος όπου γίνεται αυτή η συγκομιδή. Στο χωριό μας, το μάζεμα των σιταριών ξεκινούσε  αρχές Ιουλίου. Γι’ αυτό στην περιοχή μας μάλλον ο Ιούλιος πρέπει να λέγεται Θεριστής. Ερχόταν λοιπόν ο Θέρος, όπως έλεγαν οι αγρότες, ακονίζονταν τα δρεπάνια, ετοιμάζονταν οι παλαμαριές, και νωρίς –νωρίς το πρωί ξεκινούσαν το θέρισμα του χωραφιού. Επειδή το θέρισμα ήταν μια δύσκολη και επίπονη εργασία, που επιτείνονταν και από τον καύσωνα, συνήθως συνεργάζονταν συγγενείς και φίλοι ώστε να ελαφρύνεται κάπως η δουλειά. Το ξημέρωμα συνήθως μας εύρισκε στο χωράφι. Εκεί θα τρώγαμε το πρωινό μας. Κάποιον  «τσορβά» σε πήλινο τσουκάλι που είχε για καπάκι κομμάτι ψωμιού ίσο με το άνοιγμά του, κομμένο από το «σουμούνι».
Παρατάσσονταν στη συνέχεια οι θεριστές και ξεκινούσε το θέρισμα του αγροτεμαχίου κατά μήκος του χωραφιού. ( Το τσικ΄μι) Ένας έδενε τα δεμάτια με τεχνική με τα ίδια τα στάχυα και στη συνέχεια τα στοίβαζε με ξεχωριστό τρόπο για να στεγνώσουν καλά και σχηματίζονταν τα «ντικορτζίμια» (μικρές θημωνιές)
Κατά τις 12 το μεσημέρι γινόταν διάλειμμα. Τα δρεπάνια έμεναν στην άκρη και οι θεριστές συγκεντρώνονταν στον ίσκιο του κάρου ή  του δένδρου, αν υπήρχε.
Ώρα για το μεσημεριανό γεύμα. Και τι γεύμα. Πολυτελέστατο!! «Ταρατόρι». Νερό, ξύδι, αλάτι, σκόρδο και μπόλικο τριμμένο ψωμί, τα συστατικά του με μεγάλη δόση πείνας και όρεξης. Άλλες φορές ήταν το «σερμπέτι». Νερό, ζάχαρη και ψωμί.
Ελαφρά φαγητά  που διευκόλυναν τον ταλαιπωρημένο οργανισμό να συνεχίσει σε μια - δυο ώρες το θέρισμα μέχρι τη δύση του ηλίου.
Όταν η κοπτική ικανότητα του δρεπανιού αδυνάτιζε, τροχίζονταν επί τόπου με ειδικές πέτρες  ή λειαίνονταν με το σφυρί και το μικρό αμόνι.
Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνονταν μέχρι να τελειώσουν όλα τα προς θερισμό χωράφια και διαρκούσε περίπου ένα μήνα.
Ακολουθούσε το κουβάλημα των δεματιών. Τα κάρα διαμορφώνονταν έτσι ώστε να μπορούν να δεχθούν τον μεγάλο όγκο  των δεματιών καθ’ ύψος και κατά πλάτος. Τοποθετούσαν τα λεγόμενα «Σαρίκια»
Η μεταφορά των δεματιών γινόταν συνήθως από άνδρες. Γι’ αυτό χρειάζονταν πάλι συνεργασία. Έμπαινε το κάρο με τα βόδια στο χωράφι. Ο ένας από κάτω έδινε τα δεμάτια και ο άλλος πάνω στο κάρο τα τακτοποιούσε με ειδική τεχνική, ώστε να γίνει πλήρης εκμετάλλευση του χώρου και να πλεχτούν μεταξύ τους, έτσι ώστε να μην πέσουν κατά την μεταφορά μετά το δέσιμο με τις δεματότριχες.
Στο δρόμο, στα δύσκολα σημεία, όπως οι μεγάλες ανηφόρες, όταν το ζευγάρι δυσκολεύονταν να τραβήξει το κάρο, ζεύονταν και τα βόδια από το άλλο αμάξι. Έτσι τα τέσσερα βόδια έσυραν τα κάρα εναλλάξ στην ανηφόρα μέχρι το ίσιωμα. Στις κατηφόρες για να μην παρασυρθούν τα βόδια από το βάρος δένονταν οι ρόδες της μιας πλευράς με αλυσίδες που λειτουργούσαν ως φρένα.
Η εναπόθεση των δεματιών γινόταν στα Αλώνια. Ο κάθε αγρότης έκαμνε τη δική του θημωνιά. Βασικά με τις θημωνιές δημιουργούνταν δυο αλώνια. Ένα στον κάτω μαχαλά και ένα στον πάνω.  Με την ολοκλήρωση των θημωνιών ερχόταν η αλωνιστική μηχανή. Η πατόζα. Δούλευε ασταμάτητα. Μέρα νύχτα. Τέλειωναν οι θημωνιές με τα στάχυα και δημιουργούνταν οι στοίβες με τα άχυρα.
Γέμιζαν τα αμπάρια με το σιτάρι της χρονιάς. Κρατούσε ο αγρότης το σιτάρι που χρειαζόταν για το ψωμί της χρονιάς, για σπόρο, για ζωοτροφές, και  όσο περίσσευε το πουλούσε.
Τώρα ξεκινούσε μια άλλη διαδικασία. Το κουβάλημα του άχυρου. Τι το θέλαμε το άχυρο; Μα ήταν η βασική χειμωνιάτικη τροφή των μεγάλων ζώων. Βουβάλια, βόδια,αγελάδες από αυτό θα έτρωγαν το χειμώνα ανακατεμένο με γιαρμάδες.
Τα κάρα τώρα διαμορφώνονταν διαφορετικά. Τοποθετούνταν μεγάλα κανάτια, 2 μέτρα περίπου ύψος (τα τσίτια, που ήταν πλεγμένα με λεπτές βέργες λυγαριών ή  αλμυρικιών). Μπρος και πίσω έκλειναν με κουβέρτες για να μη σκορπάει το άχυρο. Αυτό φορτώνονταν με ειδικό εργαλείο, τον    « Γιαμπά»που έπαιρνε μεγάλη ποσότητα σε όγκο και μικρή σε βάρος. Ο πατέρας φόρτωνε και  τα μικρά, συνήθως, επάνω στο κάρο. Σκόνη και άγιος ο Θεός. Ιδρώναμε από την πολλή ζέστη και η σκόνη κολλούσε επάνω μας. Η Φαγούρα ανυπόφορη. Εμείς όμως, μη μπορώντας να κάνουμε και αλλιώς, το διασκεδάζαμε. Όλα τα παιδιά εκείνες τις μέρες το ίδιο έκαμαν. Το άδειασμα γινόταν στην αποθήκη. Συνήθως από ένα παράθυρο ψηλά πετούσε ο πατέρας το άχυρο μέσα και εμείς το πατούσαμε βρέχοντάς το κιόλας  μέχρι να γεμίσει η αποθήκη μέχρι επάνω.
Κάπου εκεί, αρχές της δεκαετίας το ’60, εμφανίστηκαν οι θεριστικές μηχανές για λίγο και αμέσως μετά οι θεριζοαλωνιστικές που τις λέγαμε κομπίνες. Η διαδικασία της συγκομιδής τελειώνει στο χωράφι. Το σιτάρι έρχεται στο σπίτι ή παραδίδεται στην ΕΑΣ με τα σιλό. Μηχανές δένουν τη σλάμα σε μπάλες (δέματα) που αποθηκεύονται πολύ ευκολότερα στην αποθήκη. Στην αρχή υπήρχε ένας ενδοιασμός για το αν θα το έτρωγαν τα ζώα αυτό το χονδροκομμένο άχυρο. Η συνέχεια έδειξε ότι τα ζώα προσαρμόστηκαν στη νέα πραγματικότητα  ευκολότερα απ’ ότι φαντάζονταν οι άνθρωποι.
Με τα φασόλια τα πράγματα διαφοροποιούνται. Πριν έρθουν οι πατόζες, όταν ωρίμαζαν τα φασόλια μεταφέρονταν στα αλώνια. Αυτά επιλέγονταν σε μέρη λίγο ψηλά για να τα πιάνει ο αέρας και επίπεδα. Καθαρίζονταν από τα χόρτα, βρέχονταν και πατιόνταν καλά ώστε να μη φεύγει το χώμα. Εδώ άπλωναν τις φασολιές, έβαζαν τις δοκάνες, που έσερναν σε κυκλική κίνηση τα βόδια. Για να μη τρώνε τα βόδια από τις φασολιές τα φορούσαν φίμωτρα.
Το αλώνισμα αυτό διαρκούσε ώρες. Οι οδηγοί των ζώων εναλλάσσονταν. Όταν κρίνονταν ότι ολοκληρώθηκε η αποστολή της δοκάνας, που σημαίνει ότι έσπασαν όλα τα φοινίκια, γινόταν το πρώτο καθάρισμα. Απομακρύνονταν οι κομματιασμένες από την δοκάνα φασολιές, με ένα ελαφρό τίναγμα για να πέσουν τα σπυριά των φασολιών ως βαρύτερα. Στη συνέχεια ακολουθούσε το λίχνισμα. Με ένα ξύλινο φτυάρι πετούσαν ψηλά τη μάζα που είχε απομείνει, και διαχωρίζονταν η σκόνη και τα τριμμένα άχυρα από τις φασολιές, που παρασύρονταν από τον αέρα από τα φασόλια που ως βαρύτερα έμεναν κοντά. Το τελικό καθάρισμα από τα χώματα  και τις μικρές πετρούλες ανελάμβαναν τα κόσκινα. Το μεγάλο (το ντιρμόνι) και τα μικρότερα. Εάν ο αέρας ήταν δυνατός , το καθάρισμα και όλη η διαδικασία συντομεύονταν αρκετά.
Αν ήταν πολλοί που είχαν πολλά στρέμματα  φασόλια ερχόταν η αλωνιστική μηχανή στα αλώνια και ο καθένας έφερνε το κάρο με τις φασολιές του εκεί.
Τα φασόλια ήταν ένα προϊόν που ανταλλάσσονταν με άλλα προϊόντα, απαραίτητα για την οικογένεια. Έτσι, αντί για χρήματα, πολλοί μανάβηδες και πλανόδιοι παντοπώλες (όπως ο Καβαλιώτης, που έμενε αρκετές μέρες στην πλατεία του χωριού, δίπλα στην εκκλησία), πουλούσαν τα προϊόντα τους αγοράζοντας φασόλια, στην τιμή που εκείνοι καθόριζαν.
Εμείς τα παιδιά, την περίοδο των αλωνιών για να εξασφαλίσουμε το χαρτζιλίκι, μαζεύαμε σπυρί-σπυρί, τα φασόλια και τα πουλούσαμε. Κάποτε ανεβαίναμε και πάνω στην πατόζα την ώρα που δεν λειτουργούσε για να μαζέψουμε περισσότερα και ευκολότερα. Όταν μας αντιλαμβάνονταν οι πατοζιέρηδες τρέχαμε να εξαφανιστούμε, πηδώντας από την πατόζα κάτω, με κίνδυνο να χτυπήσουμε σοβαρά σπάζοντας κανένα πόδι ή χέρι. Μπροστά στο όφελος αψηφούσαμε τον κίνδυνο. Άλλωστε αυτό ήταν για μας μια στάση ζωής.
Τα φασόλια καθαρίζονταν οριστικά στις μακρές νύχτες του χειμώνα με τα νυχτέρια. Τα φασόλια στο σοφρά και γύρω-γύρω εμείς να ξεχωρίζουμε τα μαύρα, τα χαλασμένα και τις μικροπέτρες. Όσο πιο καθαρά ήταν τόσο καλύτερη τιμή έπιαναν.
Το σουσάμι ήταν ένα άλλο αγροτικό προϊόν που σπέρναμε στο χωριό. Όχι σε μεγάλες ποσότητες, ούτε για εμπόριο. 'Ισα-ίσα να ικανοποιήσουμε τις ετήσιες ανάγκες.
Η συγκομιδή γινόταν με το  χέρι. Όταν ωρίμαζε βγάζαμε τις ρίζες μια μία, τις δέναμε σε δεματάκια, που τα στήναμε ανά τρία σχηματίζοντας πυραμίδα ( κατσούλα). Όταν στέγνωναν καλά και είχε ολοκληρωθεί η ξήρανση, τα τινάζαμε και συλλέγαμε το σουσάμι.

Βασικό προϊόν καλλιεργούμενο μέχρι σήμερα αποτελεί το πεπόνι. Είναι ένα δύσκολο προϊόν από πολλές απόψεις. Η απόδοσή του εξαρτάται απόλυτα από τις καιρικές συνθήκες, αλλά και από την ικανότητα του γεωργού να το εμπορευθεί. Η καλλιέργειά του γνώρισε μεγάλες δόξες τη δεκαετία του ΄60 όταν σχεδόν όλος ο κάμπος καλύπτονταν από πεπονοκαλλιέργειες. Στ’ αλώνια, περί τα τέλη Αυγούστου, οι έμποροι έκαναν την εμφάνισή τους. Συνήθως όριζαν έναν αντιπρόσωπό τους στο χωριό που έκανε τις πρώτες επαφές με τους παραγωγούς, και ύστερα ερχόταν αυτοί για να οριστικοποιήσουν την τιμή κατά κιλό ή κατά στρέμμα. Επειδή το πεπόνι είναι ευπαθές προϊόν και έπρεπε να γίνει η συγκομιδή του έγκαιρα, δεν υπήρχαν και πολλά περιθώρια διαπραγμάτευσης. Κάποιοι που πίστευαν ότι το χωράφι τους άξιζε πολύ περισσότερα από την προσφορά του έμπορα, και  έτσι ήταν, αρνούνταν την τιμή που τους έδινε ελπίζοντας να πετύχουν περισσότερα. Τις πιο πολλές φορές αυτό απέβαινε εις βάρος τους. Την επόμενη φορά ο έμπορος τους πρόσφερε πολύ λιγότερα γιατί ήδη είχε αγοράσει άλλα, άλλοι δεν ερχόταν και ο ίδιος δεν μπορούσε να διαθέσει τα πεπόνια με άλλο τρόπο.
Η μεταφορά των πεπονιών γινόταν με δύο τρόπους. Με το τρένο, στο σταθμό του Πέπλου ή του Τυχερού. Κόβαμε τα πεπόνια στο χωράφι, τα φορτώναμε στα κάρα ή στις πλατφόρμες και τα πηγαίναμε στα βαγόνια, στο σταθμό. Εκεί επιδέξιοι εργάτες τα τακτοποιούσαν προσέχοντας στην πόρτα να τοποθετήσουν τα μεγαλύτερα και τα πιο εμφανίσιμα ώστε προϊδεάζουν τον αγοραστή για το υπόλοιπο του βαγονιού. Ήταν η περίφημη πόρτα.
Με τα φορτηγά,τα οποία έρχονταν στο χωράφι και επί τόπου φορτώνονταν, για να κατευθυνθούν στις αγορές της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών.
Από τις ποικιλίες των πεπονιών εκείνη που εμπορεύονταν περισσότερο ήταν η χρυσή κεφαλή, «αλτιν –μπάσι».Έχει καθιερωθεί και είναι ευρύτερα γνωστή ως «πεπόνια Θράκης». Είναι ανθεκτικότερη από τις άλλες και η συγκομιδή, αν πάει καλά ο καιρός, μπορεί να φθάσει μέχρι το Νοέμβριο. Τα πεπόνια αυτά λέγονται και χειμωνιάτικα.
Για αρκετά χρόνια τα χωράφια, μάλλον από την  υπερκαλλιέργεια, δεν παρήγαγαν πεπόνια. Όμως τα τελευταία χρόνια επανήλθε η καλλιέργεια. Τώρα αρκετοί από τους παραγωγούς διαθέτουν μόνοι τους τα πεπόνια με τα αγροτικά αυτοκίνητα κυρίως στην αγορά της περιοχής. Στους δρόμους της Αλεξανδρούπολης τα περισσότερα αγροτικά αυτοκίνητα που έχουν πεπόνια είναι από τη Γεμιστή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου