Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Παρουσίαση βιβλίου "Ο Ύπατος της Σμύρνης"


Χριστός Ανέστη.
Η φράση αυτή, μια και μιλάμε για τη Σμύρνη, ειδικά την εποχή  του Υπάτου, ήταν στα χείλη των Σμυρναίων, καθώς πέρα από τη θεολογική σημασία της αναστάσεως του Χριστού, όπως και στα χρόνια πριν από την Επανάσταση του 1821, παρέπεμπε στην ποθούμενη ανάσταση των Ελλήνων της  Σμύρνης, Μ. Ασίας, με  ελπιζόμενη ένωση με την Ελλάδα. Φευ, όμως, αυτή η ανάσταση ήλθε, αλλά διήρκεσε ελάχιστα. Το τι ακολούθησε είναι σε όλους μας γνωστό.

Το βιβλίο, ο Ύπατος της Σμύρνης, που μου έκανε την τιμή και μου πρότεινε να παρουσιάσω στην αγάπη σας, η κ. Σωτηρία Μαραγκοζάκη, και την ευχαριστώ γι’ αυτό, είναι  ένα ιστορικό αφήγημα, δομημένο σε οχτώ κεφάλαια. Στα εφτά γίνεται αφήγηση και στο όγδοο η απολογία, παραλήρημα, του Υπάτου Αριστείδη Στεργιάδη.

Η συγγραφέας, με έναν πρωτότυπο  τρόπο, χρησιμοποιώντας εννιά χαραχτήρες, οι οποίοι εκφράζουν τις διαφορετικές προσεγγίσεις των γεγονότων που αφορούν την περίοδο από την αποβίβαση των Ελληνικών στρατευμάτων  ( 2 Μαΐου 1919) μέχρι την μέρα της φρικτής δολοφονίας του Μητροπολίτη Σμύρνης και αγίου Νεομάρτυρα Χρυσοστόμου (28 Αυγούστου 1922), μας εισάγει στο κλίμα και την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής στη Σμύρνη.

Κινείται με μεγάλη ευχέρεια στα ιδιώματα των ηρώων της, χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη.

Ως άριστος σκηνοθέτης, διδάσκει στους ήρωές της τους ιδιωματισμούς της Σμύρνης, τη θεολογική , εκκλησιαστική, γλώσσα της Εκκλησίας, την καθαρεύουσα της δημόσιας διοίκησης και του Πανεπιστημίου.

Χρησιμοποιεί διαφορετικές μορφές γραφής . Την αφήγηση, το ημερολόγιο, τον διάλογο , σε μια αρμονική συνύπαρξη, κρατώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο.

Η δύναμη του λόγου είναι τέτοια που έχεις την αίσθηση, διαβάζοντας το βιβλίο ότι είσαι μέσα στα γεγονότα, ότι ζεις στη Σμύρνη.

 Ακούς έντονα τους πανηγυρισμούς των Σμυρνιωτών κατά την υποδοχή των Ελλήνων στρατιωτών, αλλά και τους θρήνους την ώρα της μεγάλης σφαγής .

Οσφραίνεσαι και συ τα έντονα βαριά αρώματα που φορούσαν οι Σμυρνιές κατά τις εξόδους τους στη βόλτα της παραλίας ή στα κέντρα διασκέδασης, καθώς και τις δυνατές μυρουδιές  που αναδύονταν από τα διάφορα μυρωδικά και μπαχαρικά που έρχονταν από την Ανατολή και πωλούνταν στα μαγαζιά των στενών της Σμύρνης.

Βιώνεις την ανέμελη ζωή τους, την ώρα που διεξάγονταν σφοδρές μάχες στο μέτωπο του πολέμου.

Αισθάνεσαι και συ την αγωνία των μυημένων στα πράγματα, για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει.

Διαπιστώνεις με έκπληξη , από τις πληροφορίες που δίνει η συγγραφέας, ότι στα τρία χρόνια της Ελληνικής παρουσίας, έγιναν τόσα σπουδαία πράγματα. Π.χ. Η ίδρυση και άρτια οργάνωση του Πανεπιστημίου Σμύρνης από τον καθηγητή Αναλυτικής και Ανωτέρας Γεωμετρίας της Σχολής Φυσικών και Μαθηματικών Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Κων/νο Καραθεοδωρή, τον Οκτώβριο του 1920, υπό άμεσο επίβλεψη και αμέριστη συμπαράσταση του Ύπατου Αρμοστή, Αριστείδη Στεργιάδη. Δυστυχώς το Πανεπιστήμιο δεν αξιώθηκε να δεχθεί φοιτητές.

Παρακολουθείς την προσωπικότητα του Ύπατου Αρμοστή της Σμύρνης, του κρητικού , Αριστείδη Στεργιάδη. Στενός φίλος και έμπιστος συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου, τοποθετήθηκε απ’ αυτόν στη θέση του Ύπατου Αρμοστή της Σμύρνης για να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο της πιθανής ενσωμάτωσης όσων επιδικάστηκαν στην Ελλάδα με τη συνδιάσκεψη των Παρισίων (1919-20) και τη συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου 1920). Πράγμα δύσκολο έως αδύνατο. Αυτό το γνώριζε και το βίωνε ο Στεργιάδης. Ειδικά μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920.  

Ο Στεργιάδης συγκρούστηκε στη Σμύρνη με όλους τους θεσμούς προκειμένου να υλοποιήσει την αποστολή του. Πίστευε ότι η Ελλάδα πήγε στη Μ. Ασία ως κατοχική δύναμη και όχι ως απελευθερωτική. Οραματίζονταν ένα άχρωμο και άοσμο εθνικά, και ανεξίθρησκο  θρησκευτικά κράτος. Αυτό τον έφερε σύγκρουση με τους ηγέτες του Ελληνικού στρατού, καθώς και με τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο και τους προύχοντες της πόλης, οι οποίοι χρόνια τώρα οραματίζονταν την ένωση τους με τη μητέρα Ελλάδα.

Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος ήταν γνωστός για την πατριωτική και εθνική δράση του ως Μητροπολίτης Δράμας, την περίοδο του Μακεδονικού αγώνα, μαζί με τον Μητροπολίτη Καστοριάς, Γερμανό Καραβαγγέλη. Δεν μπορούσε τώρα να είναι διαφορετικός. Η άφιξη των Ελληνικών στρατευμάτων σήμαινε γι’ αυτόν την ελευθερία και την μετατροπή της περιοχής της Σμύρνης σε επαρχία της Ελλάδας. Έμεινε πιστός σ’ αυτό μέχρι τέλους. Τέθηκε επικεφαλής της Μικρασιατικής Άμυνας με σκοπό τη δημιουργία αυτόνομου Μικρασιατικού κράτους που θα είχε ως στόχο την προστασία του Μικρασιατικού πληθυσμού σε περίπτωση αποχώρησης του Ελληνικού στρατού. Ο Στεργιάδης στην αρχή αρνήθηκε κάτι τέτοιο αλλά υπό την πίεση των γεγονότων το αποδέχθηκε πολύ αργότερα. Ήταν όμως πολύ αργά.

Η συγγραφέας με τις πληροφορίες που μας δίνει, σχετικά με το πρόσωπο του Στεργιάδη, μας βοηθά αναθεωρήσουμε, ίσως, παγιωμένες αντιλήψεις για τη στάση του τους τελευταίους μήνες της παρουσίας του στη Σμύρνη. Είναι διάχυτη η άποψη, ειδικά μεταξύ των προσφύγων, ότι δεν φρόντισε για την έγκαιρη ενημέρωση του Ελληνικού πληθυσμού για τα τραγικά στρατιωτικά γεγονότα, ώστε να αποφευχθεί η μεγάλη σφαγή.

Μαθαίνουμε ότι ο Αρμοστής αγωνιζόταν μέχρι την τελευταία στιγμή να πείσει την Κυβέρνηση των Αθηνών, να στείλει καράβια για την επιβίβαση του πληθυσμού που συνέρεε και συνωστίζονταν στη Σμύρνη, από τον φόβο της σφαγής των Τούρκων. Μάταια όμως. Οι εκκλήσεις του απορρίπτονταν. Δεν μπορούσαν να έρθουν οι Μικρασιάτες Έλληνες στην Ελλάδα γιατί θεωρούνταν αλλοδαποί. Ήταν προτιμότερο να σφαγούν στη Μ. Ασία από τους Τούρκους παρά να έρθουν στην Ελλάδα και να δημιουργήσουν προβλήματα.

Μαθαίνουμε ότι ο Ύπατος εγκατέλειψε τη Σμύρνη στις 26 Αυγούστου του 22 ενώ στις 27 μπήκαν τα Τουρκικά στρατεύματα υπό τον Νουρεντίν πασά στη Σμύρνη. Την ίδια μέρα κλήθηκε και κρατήθηκε ο Χρυσόστομος, και την άλλη μέρα υπέστη τα φρικτά βασανιστήρια και τον τραγικό θάνατο υπέρ του λαού του, αρνούμενος να εγκαταλείψει το ποίμνιό που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Ο Στεργιάδης αυτοεξορίσθηκε, όπως ο Βενιζέλος και  ο Πλαστήρας αργότερα, στη Νίκαια της Γαλλίας, περιμένοντας την αποκατάστασή του και την επιστροφή του στην Ελλάδα. Κάτι που δεν έγινε ποτέ. Πέθανε εκεί απογοητευμένος και ξεχασμένος και απ’ αυτούς που υπηρέτησε πιστά.   

Φέρες 30 Απριλίου 2017

Ναθαναήλ Καψίδης
       Θεολόγος
  

  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου